Καλώς να ορίσει ο αναθεωρημένος προϋπολογισμός που υπερψηφίστηκε από την Ολομέλεια του Κοινοβουλευτικού Σώματος σε νόμο, με την άφιξη της νέας χρονιάς, αφού προηγούμενως εγκρίθηκαν τροπολογίες και αποκοπές κονδυλίων.
Ο νέος προϋπολογισμός είναι αυξημένος κατά 339.912.290 ευρώ σε σύγκριση με τον προϋπολογισμό που καταψηφίστηκε το περασμένο Δεκέμβριο, ενώ τα έσοδα που προβλέπονται στον υπό αναφορά προϋπολογισμό (εξαιρουμένων των χρηματοοικονομικών ροών) ανέρχονται στα €6.480 εκατ., σε σύγκριση με αναθεωρημένα έσοδα ύψους €5.917 εκατομ. το 2020, παρουσιάζοντας αύξηση 9,5%.
Στις πρόνοιες του αναθεωρημένου προϋπολογισμού προβλέπονται από τη μία παροχές για στήριξη της οικονομίας υπό το βάρος της Πανδημίας, αλλά δέν παύει να είναι προϋπολογισμός έκτακτης ανάγκης σε μία πρωτόγνωρη κατάσταση στην Κυπριακή και Παγκόσμια οικονομία, με μία μερίδα πολιτών να θεωρεί ότι δεν έπρεπε να υπερψηφιστεί αν δέν ξετυλιγόταν το κουβάρι του σκανδάλου των πολιτογραφήσεων.
Κι όμως χωρίς τον φετεινό προυπολογισμό θα είχαμε στάση πληρωμών και αυτό θα ήταν συνολικά καταστροφικό.
Η ρίζα του κακού όμως δεν βρίσκεται στις λεπτομέρειες του αναθεωρημένου προϋπολογισμού, αλλά στο γεγονός ότι η βάση του συνεχίζει για ακόμη μία φορά να είναι ο δανεισμός για κοινωνικές παροχές σε μία επεκταμένη εποχή εκτάκτου ανάγκης, από την Ευρωπαική Επιτροπή, ο οποίος πρέπει να αποληρωθεί. Και χωρίς συγκεκριμένο πλάνο αποπληρωμής με εξαίρεση των υποδούλωση των πολιτών για αυξημένη παραγωγικότητα και αποπληρωμή κρατικών χρεών σε φορολογίες.
Με δάνεια πάνω στα δάνεια δεν δημιουργείται νομισματική πολιτική για δημιουργία χρήματος για την πραγματική οικονομία και σίγουρα παραμονέυει η επανάσταση και το μεγάλο κράκ.
Τήν ίδια ώρα, με τα χέρια δεμένα, σε μία κατάσταση έκτακτης ανάγκης δεν υπήρχε επί του παρόντος άλλη λύση απο την υπερψήφιση του αναθεωρημένου προϋπολογισμού, έστω κι άν διαχρονικά η νομισματική μας πολιτική σείεται σε ένα κράτος, που τι κράτος μπορεί να είναι με τρείς εγγυήτριες δυνάμεις;