Το υπέρμετρο χρέος των νοικοκυριών, παρά το ότι καταγράφει σημαντική μείωση από το 2015, εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρή ανησυχία για τον ιδιωτικό μη χρηματοοικονομικό τομέα και τη χρηματοοικονομική σταθερότητα.
Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα, τα νοικοκυριά όσο και ο υπόλοιπος ιδιωτικός τομέας, αντιμετωπίζουν πρωτόγνωρες οικονομικές δυσκολίες ως συνέπεια της πανδημίας. Η συρρίκνωση των εισοδημάτων των νοικοκυριών που παρατηρείται λόγω της κρίσης που προκάλεσε η πανδημία και η αναμενόμενη αύξηση της ανεργίας, αποτελούν δυνητικό κίνδυνο για τον τραπεζικό τομέα και κατ’ επέκταση τη χρηματοοικονομική σταθερότητα. Μέρος των νοικοκυριών αναμένεται να βρεθεί αντιμέτωπο με δυσκολίες εξυπηρέτησης των δανείων του, ιδιαίτερα όταν το μέτρο αναστολής δόσεων δανείων από την ΚΤΚ και το μέτρο επιδότησης επιτοκίων από την κυβέρνηση, τα οποία έχουν στηρίξει σημαντικά τη ρευστότητα των νοικοκυριών, τερματιστούν.
Παράλληλα, πιθανή αύξηση των επιτοκίων λόγω αυξημένου πιστωτικού κινδύνου, δύναται επίσης να περιορίσει τη δυνατότητα αποπληρωμής του δανεισμού από αριθμό νοικοκυριών.
Εντούτοις, το γεγονός ότι στην Κύπρο έχει ήδη θεσπιστεί από την ΚΤΚ, με εγκύκλιο από το 2016, το μέτρο του μέγιστου ποσού εξυπηρέτησης δανεισμού για τα νοικοκυριά σε σχέση με το καθαρό διαθέσιμο εισόδημά τους, η εφαρμογή του αναμένεται να βοηθήσει στη συγκράτηση των επιπτώσεων στους ισολογισμούς των πιστωτικών ιδρυμάτων από μια αύξηση στις αθετήσεις των δανειακών οφειλών. Ταυτόχρονα, η αύξηση στις καταθέσεις από τα νοικοκυριά που επωφελήθηκαν από το σχέδιο αναστολής δόσεων, έχει δημιουργήσει απόθεμα ρευστότητας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τα νοικοκυριά μέχρι την επαναφορά του εισοδήματός τους στα προ της κρίσης επίπεδα.
Ως αποτέλεσμα, αν και ο κίνδυνος για μερική αύξηση των ΜΕΧ και επιβράδυνση του νέου δανεισμού, με αρνητικό αντίκτυπο στους ισολογισμούς των πιστωτικών ιδρυμάτων είναι αυξημένος, οι επιπτώσεις αναμένεται να είναι συγκρατημένες.
Το επίπεδο χρέους των νοικοκυριών, παρά τη μείωσή του, παραμένει πολύ υψηλό, φθάνοντας κατά το τρίτο τρίμηνο του 2020 στο 92,9% του ΑΕΠ. Ο δείκτης του χρέους των νοικοκυριών προς το ΑΕΠ τον Σεπτέμβριο του 2020 είναι πολύ υψηλός σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, ο οποίος ισούται με 61,6% του ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ. Ωστόσο, τα νοικοκυριά έχουν θετική καθαρή χρηματοοικονομική θέση, δηλαδή τα στοιχεία ενεργητικού που κατέχουν (π.χ. μετρητά, καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα, επενδύσεις σε χρηματοοικονομικά μέσα), υπερκαλύπτουν τον δανεισμό τους.
Λόγω της αύξησης στη ζήτηση νέων δανείων που παρατηρήθηκε το δεύτερο μισό του 2020 καθώς και τη συνεπακόλουθη αύξηση στον νέο δανεισμό, σε συνδυασμό με την αναστολή δόσεων κατά το μεγαλύτερο μέρος του 2020, εκτιμάται ότι το χρέος των νοικοκυριών αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω.
Ο καθαρός νέος δανεισμός προς τα νοικοκυριά κατέγραψε μείωση κατά το 2020 φθάνοντας τα €1.074 εκ. σε σύγκριση με €1.220 εκ. για το 2019. Παρά την ετήσια μείωση, σημειώνεται
ότι καταγράφηκε μηνιαία αύξηση από τον Σεπτέμβριο 2020 λόγω κυρίως του σχεδίου επιδότησης μέρους του επιτοκίου νέων δανείων.
Παράλληλα, οι καταθέσεις των νοικοκυριών στην Κύπρο εν μέσω πανδημίας αυξήθηκαν και ανήλθαν τον Δεκέμβριο του 2020 στα €24,6 δισ. από €23,8 δισ. τον Δεκέμβριο του 2019. Η αύξηση στις καταθέσεις οφείλεται στην «αναγκαστική/προληπτική αποταμίευση» λόγω των περιοριστικών μέτρων, κυρίως κατά το πρώτο κύμα της πανδημίας, και της αναστολής δόσεων, μέτρα τα οποία έχουν στηρίξει τη ρευστότητα των νοικοκυριών, δημιουργώντας ένα απόθεμα ασφαλείας για το άμεσο μέλλον. Σημειώνεται εντούτοις, ότι η αύξηση που καταγράφηκε στις καταθέσεις είναι μικρότερη από την αντίστοιχη αύξηση στην ζώνη του ευρώ, αντικατοπτρίζοντας τη μικρότερη μείωση που καταγράφηκε στην εγχώρια κατανάλωση αλλά και στο ΑΕΠ.
