Στο ένταλμα που δημοσιεύθηκε πρόσφατα, αναφέρεται πως είχε προηγηθεί καταγγελία από την κα Υπουργό. Δεν διευκρινίζεται όμως με ποιο τρόπο έγινε αυτή η καταγγελία. Από τη δική μου πείρα ως δικηγόρος, η αστυνομία δεν δέχεται προφορικές ή τηλεφωνικές καταγγελίες, ούτε καταγγελίες με επιστολές.
Συνήθως η πρώτη ανταπόκριση της Αστυνομίας είναι ότι ο καταγγέλλων πρέπει να μεταβεί σε αστυνομικό σταθμό για κατάθεση. Συχνά αυτό δημιουργεί ιδιαίτερη ταλαιπωρία, αφού ο καταγγέλλων παραπέμπεται από αστυνομικό σε αστυνομικό και από τμήμα σε τμήμα. Αρκετές φορές, η διαδικασία περιπλέκεται ακόμη περισσότερο λόγω της ραθυμίας ορισμένων αστυνομικών, που προσπαθούν να αποτρέψουν την επίσημη υποβολή καταγγελίας. Αυτό γίνεται με διάφορα προσχήματα, όπως ότι ο καταγγέλλων θα βρει τον μπελά του, ότι θα ταλαιπωρηθεί, ότι και ο καταγγελλόμενος μπορεί να υποβάλει καταγγελία εναντίον του καταγγέλλοντα (vice versa, όπως συχνά αναφέρεται) κ.ο.κ. Αμφιβάλλω αν αντιμετωπίστηκαν τέτοιες δυσκολίες από την καταγγέλλουσα στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Αναφορικά με την υπό εξέταση καταγγελία, αν βέβαια γινόταν από απλό πολίτη, θα ανέμενα από την αστυνομία να την χαρακτήριζε ως αστικής φύσης και να μην λάβει οποιαδήποτε μέτρα. Μπορώ να αποκλείσω, σχεδόν με βεβαιότητα, το ενδεχόμενο να ζητούνταν εντάλματα της φύσης αυτών που εκδόθηκαν στην υπό εξέταση υπόθεση.
Υπενθυμίζω σε αυτό το σημείο την υπόθεση του «Ορέστη», στην οποία γίνονταν σοβαρές καταγγελίες για εξαφανίσεις προσώπων αλλά η αστυνομία δεν λάμβανε οποιαδήποτε μέτρα, μέχρι που άρχισαν να ξεφυτρώνουν πτώματα σε προχωρημένη σήψη.
Το πρόβλημα είναι δηλαδή διττό. Από τη μία, οι καταγγελίες του απλού πολίτη φαίνεται να μην αντιμετωπίζονται με την αναγκαία σοβαρότητα από τις αρχές. Από την άλλη, οι καταγγελίες ενός επώνυμου πολίτη αντιμετωπίζονται με περίσσια σπουδή και ενίοτε με παράνομα μέσα.
Η καταγγελία της κας Υπουργού επανάφερε στην επιφάνεια ένα πρόβλημα που η ίδια είναι καθ’ ύλην αρμόδια να αντιμετωπίσει.
Αγις Γεωργιάδης, δικηγόρος.